Γιάννης Σαρρής

Η «μακρο-Σοφιά» από το Λυγουριό

Τη Σοφούλα τη μοναχοκόρη του παπά μας του Σαρρή
όλοι τη φώναζαν «μακροΣοφιά» γιατί ήτανε ψηλή.
Από μικρή έχασε τη μάνα της κι έμεινε ορφανή
μεγαλώνοντας όμως έγινε όμορφη πολύ και ικανή.
 
Τα μάτια της σαν φλόγιστρα πετάγανε μικρές φωτιές,
τα  φρύδια της δυό κύματα ζωγράφου πινελιές…
Μαλλιά κοτσίδες μακριές τυλιγμένες μες΄ τη μπόλια
αυτά είδε και θαμπώθηκε ο Ανδριανός του Τόλια.
 
Χωρίς πολύ να το σκεφτεί και περισσότερο να το αντέξει
είπε στον πατέρα του να στείλει και να την προξενέψει.

Η πλατεία της Αγίας Τριάδας στο Λυγουριό

Ο ναός της Αγίας Τριάδας και η Αστυνομία
από τα παλιά μοιράζονταν την ίδια την πλατεία.
Από τη μια το Έλεος και η Θεία λειτουργία
και από την άλλη η σκληρή του κράτους τιμωρία.
 
Στις ίδιες κλωσσοφωλιές λευκά και μαύρα χελιδόνια
στις ίδιες πατημασιές, με τη σειρά, άγιοι και κλεφτρόνια.
Πόσοι δεν έσκυψαν στην εκκλησιά στο δέος του θείου Νόμου
και πόσοι, στην απέναντι, από τον βούρδουλα του αστυνόμου…
 
Παλιά η Αστυνομία ήτανε το σπίτι του Βασίλη
και κει του έδιναν ευχές όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι.
 

Γαμπρός με δύο νύφες στο Λυγουριό!

Αυτά που θα διαβάσετε δεν έχουνε ξαναγραφτεί,
ξεφεύγουν από τα όρια και από κάθε λογική.
Όλα όσα ακολουθούν έγιναν μεν τα χρόνια τα παλιά,
αλλά είναι δυστυχώς, πέρα για πέρα αληθινά.
 
Τότε στο Λυγουριό μεγάλωνε ένα όμορφο παιδί,
τ΄ όνομά του Γιώργης και ήτανε γιός του Παναγή.
Σ΄ ένα πανηγύρι στην Πιγιάδα γνώρισε μια κοπελιά
με μάτια αμυγδαλωτά και μαύρα μακριά μαλλιά.
 
Οι ερωτευμένοι νέοι δεν άργησαν ν΄ αρραβωνιαστούν
και πολύ σύντομα σχεδίαζαν και να στεφανωθούν.

Στις ταβέρνες του Λυγουριού

Τα χρόνια που το Λυγουριό είχε πολλά αμπέλια,
πολλά ήτανε και τα κρασιά που είχαν τα βαρέλια.
Σε κάθε γωνιά συνάνταγες καινούργια ταβερνεία
που δεν είχαν μόνο «πιώματα» αλλά και φλυαρία…
 
Δεν άκουγες μόνο το λόγο το σπουδαστικό
αλλά και κάθε χωρατό, ανέκδοτο κι αστείο,
που πολλές φορές ήταν έξυπνο και διαλεχτό
μα κάποιες άλλες ανόητο και «κρύο»…
 
Ο σπουδαιότερος σοφός της παλιάς εκείνης εποχής,
παντογνώστης, γεωμέτρης αλλά και στοχαστής
ήταν ο Χρήστος ο Καψάλης ο «Φέκας»ο γνωστός,

Στο πανηγύρι τ' Αη-Γιαννιού

Κάθε χρόνο τον μήνα Μάη στις οχτώ
στον Αη-Γιάννη τον Θεολόγο στο Παλυγουριό
είχαμε πανηγύρι με φήμη στην περιοχή αρίστη
που το χωριό τιμούσε πάντοτε με σεβασμό και πίστη.
 
Για δάσκαλους και μαθητές κλειστά ήτανε τα Σχολεία
αφού ο Άγιος ήταν πολιούχος και είχαμε αργία.
 
Όλοι οι πατριώτες για να φτάσουν ως εκεί
κίναγαν οικογενειακώς από τη μαύρη χαραυγή
με άλογα καμαρωτά, γαϊδούρια και μουλάρια,
που είχαν υφαντά χεράμια ριγμένα στα σαμάρια.
 
Στο προαύλιο του ναού ήτανε οι μικροπωλητές

Οι προπολεμικές συγκοινωνίες στο Λυγουριό

Στον τόπο μας προπολεμικά στου «Τριάντα» τη δεκαετία
όλα ήταν δύσκολα στις μεταφορές και τη συγκοινωνία.
Οι πραμάτειες ταξίδευαν με καϊκια από τον Πειραιά
και στο λιμάνι τις ξεφόρτωναν, στην Επίδαυρο την Παλαιά.
 
Όσα εμπορεύματα προορίζονταν για το Λυγουριό
στην προκυμαία έμεναν προσμένοντας το κάθε αφεντικό.
Τους ειδοποιούσαν άμεσα και τηλεγραφικά
να έρθουν με ζώα για να κάνουν τη μεταφορά.
 
Ένα τηλεγράφημα είχε αποστολέα και συντάκτη
τον Τάσο τον έμπορα, τον γνωστό ως «Γουρλωμάτη» .
 

Ο Πλάτανος του Λυγουριού

Ο πλάτανος στο Λυγουριό φυτρώνει σ΄ ένα τρίστρατο
σ΄ ένα βαθύ πηγάδι.
Οι ρίζες του τραβούν νερό από της γης τα έγκατα
και φτάνουνε στον Άδη.
 
Σ΄ αυτό το πηγάδι έτρεχαν όλοι οι διψασμένοι
ενώ το βάθος του το μέτρησαν άτυχοι κι απελπισμένοι.
 
Εκεί κατά καιρούς τρεις άνθρωποι χάσανε τη ζωή τους
στα μαύρα νερά του πηγαδιού άφησαν τη ψυχή τους.
Όλα όσα θα διαβάσετε τα βρήκαμε γραμμένα
στου χάρου τα κατάστιχα να είναι περασμένα.
 
Πρώτη πήρε τη σειρά και επνίγηκε η Κάλλιο η μικρή,

Νίκος «Φαγουλής» ο μπεκρής!

Τον Νίκο λίγοι γνώριζαν γιατί τον φώναζαν και «Φαγουλή»
όλοι όμως ήξεραν πως το κρασί το έπινε πολύ.
Γι΄ αυτό η γυναίκα του η Βαγγελιώ τον κατηγορούσε,
ενώ εκείνος ορκιζότανε πώς να το κόψει προσπαθούσε.
 
-Πανάθεμά σε, άσωτε, πότε πρόλαβες πάλι να μεθύσεις;
-Ο καιρός κρυάδησε πιες και συ, να μην κρυολογήσεις.
-Δε μου λες με τόση ζέστη πώς το πίνεις το ρημάδι;
-Το καλοκαίρι, το πίνω στη σκιά και στο βαθύ σκοτάδι…
 
Μια «Πρωτάγιαση» πήγε τον παπά τα βαρέλια να βλογήσει
και πίνανε μαζί μέχρι που ο ήλιος έφτασε στη δύση.

Κοινοτικές εκλογές του '46 στο Αρκαδικό

Κατά τη δικτατορία του Μεταξά και την ξένη κατοχή
εκλογές στην χώρα δεν έγιναν γιατί είχαν απαγορευτεί.
 
Οι πρώτες μετά τον Δεύτερο πόλεμο κοινοτικές εκλογές
έγιναν το «Σαράντα Έξι» με πολλές «τρικλοποδιές».
Μία από αυτές έγινε στο γειτονικό Αρκαδικό,
όταν ο πρόεδρος «ψεψέκος» έστρωσε σχέδιο σατανικό.
 
Διάλεξε παιδιά από δώδεκα έως δέκα επτά ετών
και τους άλλαξε τις χρονολογίες των πιστοποιητικών.
Έτσι πολλά ανήλικα πήραν μέρος στην ψηφοφορία
κι ο πλαστογράφος πρόεδρος κέρδισε την πλειοψηφία.
 

Ο Γιάννης και ο Συνεταιρισμός

Τρεις φίλοι και κουμπάροι ήταν οι πρώτοι του Συνεταιρισμού
που το «Τριάντα» ίδρυσαν οι αγρότες μας του Λυγουριού.
Πρόεδρος έγινε ο Αλέκος, ο Κωσταντής γραμματικός
κι ο Γιάννης, ο εξ Αμερικής, ταμίας γενικός.
 
Και ενώ όλα φαίνονταν πως πήγαιναν με τάξη και σειρά,
σε λίγο καιρό ακούστηκαν μαντάτα μάλλον θλιβερά.
Κάποιοι αποκάλυψαν πως το ταμείο τους «δεν είχε μία»
κι η ευθύνη, όπως ήταν φυσικό, έπεσε στον ταμία.
 
Έγιναν έλεγχοι σε αποδείξεις και παραστατικά
τα χρήματα που έλειπαν από το ταμείο ήταν αρκετά.

Σελίδες

Ο καιρός στην Αργολίδα